Ωρίων

faye | Αστρονομία | Τρίτη, Ιούλιος 29th, 2008

Ο Ωρίωνας (Ori), ή αλλιώς ο Κυνηγός, είναι ένας από τους πιο γνωστούς αστερισμούς. Βρίσκεται στον ουράνιο ισημερινό, γεγονός που τον καθιστά ορατό και αναγνωρίσιμο από όλα τα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Ο Ωρίωνας μεσουρανεί το χειμώνα, αλλά είναι ήδη ορατός από το φθινόπωρο νωρίς το πρωί μέχρι την άνοιξη. Κοντά του βρίσκονται οι αστερισμοί του Ταύρου, των Διδύμων, του Μικρού και
Μεγάλου Κυνός κ.ά. 

Ο αστερισμός του Ωρίωνα   

Το κυρίως σχήμα του αστερισμού, που είναι και πιο εύκολα ορατό και αναγνωρίσιμο, αποτελείται από οχτώ αστέρια, τα λαμπρότερα εκ των οποίων ο Ρίγκελ (Rigel, β Orionis) και ο Μπετελγκέζ (Betelgeuse, α Orionis). Επίσης, πολύ χαρακτηριστικά του αστερισμού είναι τα τρία αστέρια που σχηματίζουν τη Ζώνη του Ωρίωνα και είναι τα ζήτα, έψιλον και δέλτα του Ωρίωνα. Τέλος, το Ξίφος του Ωρίωνα, ανάμεσα στη Ζώνη και τα “πόδια”, είναι η περιοχή που περιλαμβάνει και το ομώνυμο και πολύ εντυπωσιακό νεφέλωμα.

 Ο Ωρίωνας, όπως τον έβλεπαν οι Αιγύπτιοι

Ο Ωρίωνας, κατά την ελληνική μυθολογία, ήταν κυνηγός και σύντροφος της θεάς Άρτεμης. Ο αδελφός της Άρτεμης, Απόλλων, που ήταν δυσαρεστημένος από τη σχέση της αδερφής του με τον Ωρίωνα, ένα πρωινό, ενώ ο Ωρίωνας κολυμπούσε, την προκάλεσε αν μπορεί να πετύχει με το τόξο ένα μικρό σημαδάκι βαθιά στη θάλασσα. Η Άρτεμη έριξε και πέτυχε, αλλά το σημαδάκι που την είχε βάλει ο αδερφός της να πετύχει ήταν ο Ωρίωνας. Όταν η Άρτεμη κατάλαβε τι έκανε, έβαλε τον Ωρίωνα για πάντα στον ουρανό.

Ο σχηματισμός των αστεριών του Ωρίωνα όπως τον βλέπουμε σήμερα δημιουργήθηκε περίπου 1.5 εκ. χρόνια πριν. Έτσι, πολλοί αρχαίοι πολιτισμοί είχαν τη δυνατότητα να τον παρατηρήσουν. Οι Σουμέριοι τον περιέγραφαν ως πρόβατο, ενώ στην αρχαία Κίνα ο Ωρίωνας ήταν ένα από τα 28 ζώδια, το Xiu, ή όπως ήταν γνωστός Shen, που σημαίνει “τρία”, μάλλον λόγω των τριών φωτεινών αστεριών που σχηματίζουν τη ζώνη του. Επίσης, τα αστέρια του σχετίζονταν με τον Όσιρι, θεό του κάτω κόσμου για τους Αιγύπτιους. Λέγεται πως το σύμπλεγμα των πυραμιδών της Γκίζας αποτελεί ουράνιο χάρτη της ζώνης του Ωρίωνα.
 Σχέδιο για την εύρεση αστεριών στην περιοχή του Ωρίωνα
 
 
 

 

ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΙ

faye | Οδυσσέας Ελύτης | Τρίτη, Ιούλιος 29th, 2008

ΩΡΙΩΝ

α’

Συμβιβάστηκε με την πικρία ο κόσμος
Διάττοντα ψεύδη αφήσανε τα χείλια
Η νύχτα ελαφρωμένη
Από το θόρυβο και τη φροντίδα
Μέσα μας μετασχηματίζεται
Κι η καινούρια σιωπή της λάμπει αποκάλυψη.

Βρίσκομε το κεφάλι μας στα χέρια του Θεού.

β΄

Μια προσευχή μεταμορφώνει τα ύψη της
Αλλάζει κοίτη ο χρόνος
Και γυμνούς από έγνοια επίγεια
Σ’ άλλα νοήματα μας οδηγεί

Που είναι ο σφυγμός του εδάφους
Το αίμα στη μνήμη των προσώπων μας
Ο αυτούσιος πηγαιμός;

γ΄

Των φθαρτών δακρύων απόγονοι
Κωπηλάτες των ματαίων λιμνών
Αφήσαμε το γήινο δέρμα
Και στον ψίθυρο των δέντρων ψαύσαμε
Τα λόγια μας
Για τελευταία φορά

Τώρα στα μέτωπά μας γειτονέψανε άστρα!

δ΄

Εικόνα ω! αναλλοίωτη
Φωτοχυσία
Ντύνεις κάθε μετέωρη έννοια
Που προσεγγίζει την ελπίδα μας
Προς την αταραξία

Εκεί το ερωτηματικό που μας αποχωρίζεται

Είσαι παντού Μοιράζεσαι
Τις σκοτεινές μας άρπες
Άυλο περίβλημα.

ε΄

Φύγαν τα μάτια μας αλλά προπορευόνταν οι ψυχές μας
Στη συνάντηση τους μες στους ουρανούς
Έλαμψε καθαρή στιγμή
Τρεμούλιασμα εναγώνιο
Το πιστό καθρέφτισμα των σωθικών μας

Πιο ψηλά
Στην ενωμένη μοναξιά των άστρων της
Θρονιάζεται η Γαλήνη

Γιατί την απαλλάξαμε από το κορμί μας
Γιατί την εξαντλήσαμε από τις ελπίδες μας
Γιατί της φέραμε τάμα την Ιδέα μας

Ξαναγεννάει αισθήματα.

ς΄

Μέσα μας αναλύθηκε η Σιωπή
Ο αρχάγγελός της άγγιξε τα μύχια
Σ’ ακατοίκητο χάος κύλησε τη μνήμη
Όταν εχαρισθήκαμε σε μιάν απίστευτη όχθη

Όχθη των ελαφρών σκιών
Ονειρεμένη άλλοτε από δάκρυα
Τα χρυσά στίγματα μας κοίταξαν
Τόσο που αποσπασθήκαμε απ’ το βάρος μας
Όπως αποσπασθήκαμε απ’ την αμαρτία!

ζ΄

Νοητή λάμψη
Κυανό διάστημα
Κάθαρση της ψυχής!
Σαν να ‘λειψε ο επίγειος θόρυβος
Σαν να σταμάτησε η κακία της μνήμης
Καθαρό πάλλεται
Το καινούριο μας όνειρο
Μας τραβάει απ’ το χέρι αόρατο χέρι

Όπου Γαλήνη γίνεται ο αθώος ουρανός
Όπου η Ψυχή ελέγχεται αναλλοίωτη.

 

Η Μαρίνα των Βράχων

faye | Οδυσσέας Ελύτης | Τρίτη, Ιούλιος 24th, 2007

‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα πού γύριζες
Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους.
Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο
Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της χίμαιρας
Ριγώνοντας μ’ αφρό τη θύμηση!

Πού είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου
Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω
Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών
Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυοσμαρίνια

- Μα πού γύριζες
Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας
Σου’ λεγα να μετράς μες στο γδυτό νερό τις φωτεινές του μέρες
Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων
‘Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους
Μ’ ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.

‘Εχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη
Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα
Βαθιά μες στο χρυσάφι του καλοκαιριού
Και τ’ άρωμα των γυακίνθων - Μα πού γύριζες

Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα βότσαλα
‘Ηταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο
Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε
Κι άνοιγες μ’ έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ’ όνομά του
‘Οπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας

‘Ακουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση
Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος
Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας
Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα
‘Εχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.
Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο καλοκαίρι,
Για ν’ αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια
Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,
Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές
‘Η για να πας καβάλα στο μαίστρο.
Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.

Οδυσσέας Ελύτης

Πάπιες Μανδαρίνοι - Oshidori

faye | Ποίηση | Δευτέρα, Ιούλιος 23rd, 2007

Ήταν κάποτε ένας κυνηγός και γερακάρης, τον λέγανε Σονζό και ζούσε στην επαρχία Ταμούρα Νο Γκο, στο Νομό Μούτσου. Μια μέρα, πήγε να κυνηγήσει μα δε συνάντησε κανένα θήραμα. Στο δρόμο της επιστροφής, στην τοποθεσία Ακανούμα, πήρε το μάτι του ένα ζευγάρι πάπιες όσιντόρι. Κολυμπούσαν πλάι-πλάι στα νερά του μικρού πόταμου πού έπρεπε να περάσει. “Αν σκοτώσεις, λένε, ένα οσιντόρι θα σε βρει μεγάλη δυστυχία. Ο Σονζό όμως πεινούσε, σκόπευσε λοιπόν το ζευγάρι. Το βέλος τρύπησε το αρσενικό· το θηλυκό ξέφυγε μέσα από τις καλαμιές της αντίπερα όχθης και χάθηκε. Ο Σονζό κουβάλησε το σκοτωμένο πουλί στο σπίτι και το μαγείρεψε.
       
 Εκείνο το βράδυ είδε άσχημο όνειρο. Μια πολύ όμορφη γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο , πλησίασε το μαξιλάρι κι άρχισε να κλαίει. Το κλάμα της ήταν τόσο γοερό, πού ακούγοντας το ο Σονζό νόμισε πώς θα σχιστεί η καρδιά του. Η νεαρή γυναίκα του έλεγε: -Γιατί, αχ! Γιατί τον σκότωσες; Ήμασταν τόσο ευτυχισμένοι οι δυο μας στην Ακανούμα… Τώρα τον σκότωσες!… Σε τι σου έφταιξε; Ξέρεις τουλάχιστον τι έγκλημα διέπραξες; Τι ποταπό και σκληρό έγκλημα; Σκότωσες και μένα γιατί δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τον άντρα μου! Αυτό ήρθα να σου πω… Άρχισε πάλι να κλαίει τόσο απελπισμένα, πού οι λυγμοί της τρύπησαν τα κόκκαλα του Σονζό κι έφτασαν ως το μεδούλι. Ή φωνή της, πού τη διέκοπταν οι λυγμοί, απάγγειλε τους παρακάτω στίχους:
  
Χι κουκουρέμπα Σασοέσι
μόνο βο Ακανούμα
νο Μακόμο νο κούρε νο
Χιτόρι νε ζο ουκι

(”Μόλις βασίλεψε ή μέρα, του πρότεινα να ‘ρθει κοντά μου! Στο έξης θα κοιμάμαι μόνη μου στον ίσκιο πού ρίχνουν οι καλαμιές της Ακανούμα
Αχ! Τι ανείπωτη θλίψη!”)

Κι υστέρα φώναξε:

-”Αχ! Δεν ξέρεις…όχι, δεν μπορείς να ξέρεις τι έκανες! Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις… θα καταλάβεις…
Με τα λόγια αυτά, κλαίγοντας πάντα γοερά, έφυγε.

Το πρωί, το όνειρο ήταν ακόμη τόσο ζωντανό στο μυαλό του, πού ο Σονζό ένιωθε ταραγμένος . θυμήθηκε τα λόγια της νεαρής γυναίκας: “Αύριο όμως, όταν θα ξαναπάς στην Ακανούμα, θα καταλάβεις…θα καταλάβεις…”. Αποφάσισε λοιπόν να πάει αμέσως εκεί, να μάθει μήπως το όνειρο του ήταν κάτι παραπάνω από απλό όνειρο.

Ο Σονζό πήγε στην Ακανούμα. Φτάνοντας στο ποτάμι είδε το θηλυκό οσιντόρι να κολυμπάει μόνο του. Την ίδια στιγμή τον διέκρινε κι εκείνο· αντί να φύγει όμως κολύμπησε προς το μέρος του κοιτάζοντας τον συνέχεια με μια παράξενη προσοχή. Ξαφνικά, μ’ ένα χτύπημα του ράμφους άνοιξε πληγή στα πλευρά του κι έσβησε εκεί μπροστά στα μάτια του κυνηγού.

Ο Σονζό ξύρισε το κεφάλι του και κλείστηκε σε μοναστήρι.

Λευκάδιος Χερν - Οσιντόρι (από το: Κείμενα από την Ιαπωνία, εκδόσεις Ίνδικτος)


Powered by Yooblog. All Rights Reserved. [Report Blog]
Theme by Roy Tanck